Ιστορία Τσαγκαράδας

Απ’ όλα τα χωριά της ανατολικής πλευράς του Πηλίου - έξω απ’ τη Ζαγορά - η Τσαγκαράδα φαίνεται πως έχει τη μεγαλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. Και είναι σημαδεμένοι οι σταθμοί τούτης της ιστορίας του χωριού μ’ ένα πλήθος μνημεία που άντεξαν μέχρι τα χρόνια μας στις καταδρομές του χρόνου κι έδωκαν αφορμές για πολλές χρήσιμες διαπιστώσεις στους ερευνητές της ιστορίας του τόπου , αλλά και για αναρίθμητες συζητήσεις γύρω απ’ τα θέματα εκείνα που μπόρεσαν να στηρίξουν βεβαιωμένες και ιστορικά τεκμηριωμένες απόψεις .

Με την ιστορία της Τσαγκαράδας , του πανέμορφου χωριού - δάσους που, μετά τον τελευταίο μακροχρόνιο μαρασμό του, συνήλθε κι εξελίχτηκε στις μέρες μας σ’ ένα απ’ τα πρώτα τουριστικά κεφάλαια του Πηλίου ,έχουν ασχοληθεί απ’ τον προπερασμένο αιώνα και δώθε δεκάδες ερευνητές. Κι είναι αυτό ένα τρανό ευτύχημα για τον τόπο, γιατί όλοι τούτοι , ποιος λίγο , ποιος πολύ, από κάποιο λιθαράκι προσθέτανε για το χτίσιμο του ιστορικού οικοδομήματος του χωριού, οικοδομήματος που προβάλλεται μέσα απ’ την αχλύ τούτων των στοιχείων επιβλητικό , σαν ένα απ’ τα παλιά ακατοίκητα αρχοντικά που είναι διασπαρμένα παντού μέσα στο τεράστιο σ’ έκταση παλιό αρχοντοχώρι.

Και πρώτα – πρώτα το τοπωνύμιο «Τσαγκαράδα» στάθηκε αφορμή να διατυπωθούν ένα σωρό αντιφατικές πολλές φορές κι αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές. Και δεν είναι λίγες οι γλώσσες που τα λεξικά τους ξεσκονίστηκαν στην προσπάθεια να ετυμολογηθεί το τοπωνύμιο έτσι ,ώστε να μην είναι άσχετη η προέλευση του με την παράλληλη ιστορική πορεία του χωριού, όπως χαράχτηκε κατά τη γνώμη του κάθε μελετητή της.

Η πιο απλοϊκή ίσως απ’ τις διατυπωμένες εκδοχές , θέλει το τοπωνύμιο να έχει οπωσδήποτε σχέση με τα . . . .παπούτσια και βασίζεται στο γεγονός ότι το χωριό κάποτε λέγονταν Τσαγκαράδες . Η αλήθεια είναι όμως , πως, όπως μνημονεύεται σ’ένα παλιό πατριαρχικό έγγραφο , ο πρώτος συνοικισμός λέγονταν Τσαγκαράδα ή Τσαγκαρού κι όταν μεγάλωσε ο συνοικισμός και σχηματίστηκαν κι άλλες συνοικίες , τότε το χωριό ονομάστηκε Τσαγκαράδες . Άλλωστε δεν είναι δυνατόν το «Τσαγκαράδα - δες» νάγινε απ’ το τσαγκάριος – τσαγκάρης, γιατί η πείρα , αλλά και η γλωσσολογία , με το κύρος του ερευνητή της Γ. Χατζηδάκη, μας λένε πως ο πληθυντικός του τσαγκάρη είναι τσαγκάρηδες κι όχι τσαγκαράδες .

Όλες οι άλλες διατυπωμένες εκδοχές στηρίζονται σ’ ετυμολογίες ξένων λέξεων , πιο πολλών μάλιστα σλαβικών.

Έτσι ο τσαγκαραδιώτης λόγιος Αδρακτάς , που ασχολήθηκε πολύ με τη λαογραφία του χωριού του ,αλλά και ολόκληρου του Πηλίου ,ετυμολογεί το τοπωνύμιο απ’ τα «τσαγκάρια» που κατά τη διάλεκτο των πλανόδιων γύφτων σημαίνει «τσαντίρια».

Μια άλλη άποψη θέλει το «Τσαγκαράδα» σαν προερχόμενο απ’ το αραβικό τούτη τη φορά «τσαγκάρ» που σημαίνει «βράχος». Μόνο που ξέχασε ο εισηγητής τούτης της εκδοχής το γεγονός ότι ο τόπος δεν είχε ποτέ πάρε – δώσε με άραβες και πως στο κάτω- κάτω βράχοι δεν υπάρχουν σ’ όλη την περιοχή του χωριού παρά στη θέση «Κούτρα».

Κι αυτά σχετικά με τις διατυπωμένες εκδοχές και γνώμες για την προέλευση του σημερινού ονόματος του χωριού.

Όσον αφορά την πρώτη θέση του οικισμού είναι βεβαιωμένο πως αυτή ήταν στην παραλία (όπως και των πιο πολλών χωριών του Πηλίου)και στην θέση «Παλιόκαστρο» που βρίσκεται πιο πάνω απ’ το μικρό κόρφο της «Φακίστρας» και δεξιά της «Καραβοστασιάς». Στο μέρος αυτό και στην Καραβοστασιά βρέθηκαν παλιότερα απ’ τους ντόπιους ερείπια από αρχαίες οικοδομές, τάφοι, πιθάρια με παλαιότερη χρονολογία 1363, από δε τον αρχαιολόγο – Αρβανιτόπουλο που έκανε πρόχειρες ανασκαφές στο μέρος αυτό, διαπιστώθηκαν τα ερείπια ασβεστόχτιστου κάστρου, τάφοι ελληνικοί και νομίσματα παλιά. Ο τελευταίος μάλιστα έβγαλε το συμπέρασμα (βρίσκεται στα πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας του 1910) πως η περιοχή ήταν κατοικημένη στις αρχές της Μακεδονικής περιόδου καθώς και στα βυζαντινά χρόνια. Όπως φαίνεται στα βυζαντινά χρόνια το χωριό θα ήταν φέουδο κάποιου βυζαντινού τοπάρχη κι αργότερα θα έπεσε στην κυριαρχία των βενετσιάνων γιατί, στην Καραβοστασιά κυρίως, βρέθηκαν χαλάσματα από τεχνικά έργα λιμενικά, βενετσιάνικης εποχής και τεχνοτροπίας.

Είναι δε η Καραβοστασιά (η λέξη σημαίνει λιμάνι, καραβόσταμα όπως αλλού λέγεται), το κατ’ εξοχήν επίνειο της Τσαγκαράδας , αν και λέγοντας «επίνειο» διακινδυνεύουμε την ακρίβεια του όρου αφού είναι γνωστό πως ο ορμίσκος τούτος ποτέ δεν στάθηκε κατάλληλος για λιμάνι στην άγρια και «απροσπέλαστο». Όπως τη χαρακτηρίζει κι ο Γεωργιάδης τούτη ακτή.

Όσον αφορά την εκδοχή που υποστηρίζει παλιότερα ο Ανσάρτ έχοντας υπ’ όψη τη γνώμη των Μελετίου - Γαζή , ότι τάχα εδώ στην Καραβοστασιά πρέπει να βρίσκονταν η αρχαία πόλη Κασθαναία, θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τον Γεωργιάδη που σημειώνει πως είναι απίθανη τούτη η εκδοχή αν τουλάχιστον παραδεχόμαστε σαν σωστή τη σχετική με την καταστροφή του περσικού στόλου διήγηση του Ηροδότου. Ο τελευταίος , όπως είναι γνωστό, περιγράφοντας το γεγονός τούτο αναφέρει ότι η θαλασσοταραχή κατέλαβε το στόλο μεταξύ της πόλεως Κασθαναίας και της Σηπιάδας ακτής, πλησίον μάλιστα της πρώτης, κι ακόμα, πως οι ζημιές περιορίστηκαν απ’ το γεγονός ότι τα περισσότερα πλοία που ήταν αραγμένα και η θέση τους τα βόλευε , πρόλαβαν και τα τράβηξαν οι ναύτες στην στεριά. Τούτο όμως το τελευταίο προϋποθέτει αμμουδιά ή μάλλον αμμουδιές , κι είναι γνωστό πως μετά την Καραβοστασιά κι ως την αντικρινή της Σκιάθου ακτή του Πηλίου, όπου αναγκαστικά πρέπει να τοποθετήσουμε τη Σηπιάδα (άλλες αντιρρήσεις κι εδώ) τέτοιοι αμμουδεροί κόρφοι δεν υπάρχουν για να περιλάβουν και να περισώσουν όχι ολόκληρο μα ούτε το τέταρτο του χιλιοναύτη στόλου του Ξέρξη , που η μοίρα του έτσι θα έπρεπε να ήταν πολύ τραγικότερη στ’ αφιλόξενα τούτα βραχώδικα ακρογιάλια.

Πολύ πιο βορειοδυτικά λοιπόν θα πρέπει να ν’ αναζητήσουμε τη θέση της αρχαίας Κασθαναίας (όπως ίσως και της Σηπιάδας). Κάπου εκεί στην παραλία της Μιντζέλας ή του Κεραμιδιού, όπως διατυπώνουν και ο Μάγνης και ο Γεωργιάδης κι ο Κωσταντινίδης και οι περισσότεροι ξένοι ερευνητές, οι πιο πολλοί απ’ τους οποίους και βασίζονται στην τέτοια γνώμη τους όχι μόνο στη διήγηση του Ηροδότου και στον «Περίπλουν» του Σκύλακα ,αλλά και σε μια παλιά μαρτυρία αγνώστου που περισώθηκε και στην οποία διατυπώνεται πως η Κασθαναία ήταν αλίμενη – η Καραβοστασιά δεν είναι.

Καιρός όμως είναι ν’ αφήσουμε την Καραβοστασιά και την αρκετά θολή ιστορία της, όπως κι όλη την περιοχή της παραλίας.

Οι κάτοικοι πρέπει να αρχίζουν ν’ ανηφορίζουν απ’ το γιαλό (τα αίτια κι εδώ γνωστά: οι συχνές επιδρομές των πειρατών)και να χτίζουν τα σπίτια τους στην σημερινή θέση του χωριού γύρω στα 1500.Αυτό τουλάχιστον βγαίνει απ’τη μελέτη της επιγραφής που σώζεται στην αρχαιότερη ίσως τσαγκαραδιώτικη εκκλησία, τη «Μεταμόρφωση»

(μία απ’τις 36 που υπάρχουν διάσπαρτες στο χωριό) που περιλαμβάνει τα έξης: «Εκτίσθη τούτος ο Νάνος του Σωτήρ ΧΣαχ (=16000) εκ προγενεστέρας κατά 100 έτη εκκλησίας».

Αυτής άλλωστε περίπου της ηλικίας φαίνεται και η εκκλησία «Μέγα Σωτήρα» που φέρνει επιγραφή ανακαινίσεως το 1640.

Ποιοι όμως ήταν οι τόσοι οικιστές που ενώθηκαν με τους παλιούς κατοίκους του οικισμού της Καραβοστασιάς και δημιούργησαν σιγά – σιγά τούτο το μεγαλοχώρι;

Ο καθηγητής Ν. Δημητριάδης διατυπώνει την άποψη πως «ωκέσθη δε η Τσαγκαράδα ως εξάγεται εκ του ονόματος των συνοικιών και πολλών ονομάτων των κατοίκων , εξ’ ανθρώπων φευγόντων την τυραννίαν των τούρκων κατά τους χρόνους της στυγνής δουλείας και των επαναστάσεων εν τη άλλη Ελλάδι. Τοιαύται δε συνοικία είναι τα «Μωραϊτέϊκα», Τζαβελέϊκα, Σπετσέϊκα, Τσουμπέϊκα, Σφουγγαρέϊκα κ.λ.π.».

Ο ίδιος αφού παρατηρεί πως «απεσύροντο συν τω χρόνω (οι κάτοικοι) δια την κρατούσα τότε ληστείαν και πειρατείαν εκ των χαμηλοτέρων μερών προς τα υψηλότερα, ιδρύσαντες οικίας ασφαλείς και οχυράς δίκην φρουρίων μετά θυρών σιδηροσκεπών» μα» πληροφορεί παρακάτω πως εκτίσθησαν οι σημερινές συνοικίες της Τσαγκαράδας: «Συν τω χρόνω» γράφει στο βιβλίο του «η Τσαγκαράδα και η εμπορική σχολή της», ο μακαρίτης καθηγητής , «ούτω προαγομένου του συνοικισμού, εμορφώθησαν , συμφώνως τω δικαιωμάτι της κατακτήσεως χώρου υλομανούς (=δασωμένου) και αγρίου ,μακράν του Γόλου κειμένου και από θαλάσσης ασφαλούς διά το αλίμενον όντος, πολλαί μεγαλύτεραι μεν συνοικίαι, η των «Αγίων Αποστόλων», «Ταξιαρχών», «Αγίας Παρασκευής», «Αγίας Κυριακής» και «Βαθρακών», μικρότεραι δε ως ο «Άγιος Γεώργιος», τα «Σφετσέϊκα», «Μωραιτέϊκα», «Ρεματισέϊκα», «Γιουμπρούκι», «Τζαβελέϊκα». Επί τούτων πάντων ως και του όρμου «Νταμούχαρης», επινείου της Τσαγκαράδας , υφίστατο η μεν τελωνιακή αρχή των Τούρκων επί των θέσεων Γιουμπρούκι και του φρουρίου του ευρισκομένου μεταξύ παλαιάς Αγίας Παρασκευής παρ’ήν σήμερον ιδρύεται η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή και κάτωθεν της οποίας ευρίσκεται η αγορά (παζάρι) παρά την γέφυραν του ρεύματος όπου φέρει το όνομα «Κακόρρεμα».

Όλα τούτο όμως γίνονται κάμποσους αιώνες αφ’ ότου οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στις καινούργιες συνοικίες τους που όλο και πυκνώνουν (μετά μάλιστα τα «Ορλωφικά») από τους νέους φυγάδες , οι πιο πολλοί απ’τους οποίους είναι τώρα Μωραϊτες.

‘Όμως για την παλαιότερη ιστορία του χωριού δεν έχουν περισωθεί σπουδαία πράγματα.

Ωστόσο στο μοναστήρι των Εισοδίων της Θεοτόκου που βρίσκεται στη θέση «Κοτίκια», χτισμένο στα 1614, υπάρχει μια ανορθόγραφη επιγραφή γραμμένη με βυζαντινούς χαρακτήρες το 1687 από κάποιον «ταπεινό Ιωάννη», που χύνει κάποιο αμυδρό φως στα σκοτεινά τούτα χρόνια. Η επιγραφή αυτή που την αντέγραψε πρώτος ο Ζωσίμας Εσφιγμενίτης στα τέλη του περασμένου αιώνα, μας δίνει πραγματικά μερικές αξιοπρόσεχτες πληροφορίες για όλη την περιοχή που όπως φαίνεται τα χρόνια εκείνα υπόφερε πολύ εξαιτίας των κλεφτών της στεριάς και των ληστοπειρατών που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των θαλασσινών και των παραλιακών χωριών , ακόμα δε και εξαιτίας των λύκων που όταν είχε μεγάλη βαρυχειμωνιά κατέβαιναν στα χωριά κι έτρωγαν κόσμο.H επιγραφή – ενθύμηση αυτή, με την ορθογραφία της, λέει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

«Εις τωανω κερον έφαγεν ο λύκος εδώ οις (=εις) τα χοριά εως τριάκοντα πιδιά από το Γόλο κι αδώθε έως τους Μουνζέλες κίτου (=και ήταν) και σιγά (=ανακατοσούρα) μεισιλι δηα θαλάσις ξιράς από τους πολέμους ομος και εκράτισεν και ι ποίνα τρις τέσερις χρόνοι, εκατόν εξίντα τω κόσκινο (του σιταριού) έτος ΑΧΠΖ (=1687) εν μινι ιουλίου 1».

Στα ίδια αυτά χρόνια αναφέρεται κι ο τσαγκαραδιώτικος εκείνος θρύλος που μιλάει για τον καλόγερο που ζούσε στο εξωκλήσι – σπηλιά της Παναγίας ,της Μεγαλομάτας (σώζεται ακόμα στην Φακίστρα ).Κατά το θρύλο λοιπόν αυτό , σε μια υγρή κι ανήλιαγη τρύπα , στη μέση ενός θεόρατου κι απόκρημνου βράχου που δέρνεται άγρια απ’το κύμα του πελάγου ,είχε το κονάκι του τούτος ο καλόγερος απ’το 1668. Εκεί ασκήτευε ολοχρονίς έχοντας σα μόνη συντροφιά την εικόνα της Παναγίας της Μεγαλομάτας (σώζεται ακόμα στην ίδια σπηλιά) κι όσα παιδιά έφερνε εκεί η δίψα τους για μάθηση. Μια σανίδα ένωνε το στόμιο της σπηλιάς με μια προσιτή προεξοχή του βράχου. Τη σανίδα τούτη την τραβούσε μέσα στην σπηλιά ο καλόγερος όταν απόμενε μόνος του στο ανήλιαγο κονάκι του.

Η παράδοση δε μας κάνει γνωστό το όνομα τούτου του ασκητή καλόγερου που έκανε και το δάσκαλο. Η ίδια τελειώνει με την πληροφορία πως κάποιοι ληστές που ψυχανεμίστηκαν πως ο γέροντας είχε γερό κομπόδεμα ,τον λήστεψαν και στα στερνά τον σκότωσαν αφού κατέβηκαν στη σπηλιά του απ’ την κορφή του βράχου με σχοινί. Έτσι έχασε η μεγαλομάτα το λειτουργό της και τα τσαγκαραδιωτόπουλα το δάσκαλο τους, που πάσχιζε να τους χαρίζει το φως της γνώσης και της ελπίδας.

Κι αυτά είναι όσα μας λέει η παράδοση. Αναφορικά όμως με την παιδεία του χωριού , μια κι ο λόγος για γράμματα και δασκάλους , είναι βεβαιωμένο πως 110 περίπου χρόνια αργότερα από τότε που τελειώνει η παραπάνω «ιστορία», η Τσαγκαράδα είχε σχολείο που ερχόταν μάλιστα το πρώτο ύστερα από κείνα της Ζαγοράς, της Πορταριάς, και της Μακρινίτσας. Μια σχετική ενθύμηση μας πληροφορεί πως στα 1781 ήταν δάσκαλος στην Τσαγκαράδα ο ξουριχτιανός Παπαγιώργης: «Θύμισις: όντας είτουν ο Παπαγιώργης ξοριχτιανός διδάσκαλος εις τους αγίους Αποστόλους εν έτει 1781». Ωστόσο το σχολείο της Τσαγκαράδας ακούγεται πιο πολύ στις αρχές του 19ου αιώνα κι αυτό διαπιστώνεται από ενθυμήσεις που αποθησαύρισε ο Ρήγας Καμηλάρης.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Τσαγκαράδα ανήκε, όπως τελευταία απεκάλυψε ο καθηγητής κ. Πανταζόπουλος ,στην κατηγορία των β α κ ο υ φ ΄ι ω ν (αφιερωμένων σε ευαγές καθίδρυμα) χωριών του Πηλίου κι όχι των χ α σ ί ω ν (χωριών που ανήκαν σε μέλη της σουλτανικής οικογενείας και υπάγονταν στον πασά της Λάρισας) όπως πολλοί εσφαλμένα διατύπωσαν.

Και τούτο γιατί όπως αναφέρεται σε ιεροδικαστική απόφαση του 1615 που περιλαμβάνεται σε ανέκδοτο δ ε ρ κ ε ν ά ρ (απόσπασμα υποσημειώσεις εκ του περιθωρίου του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου) που φυλάγεται στο αρχείο της κοινότητος Μούρεσι, ή Τσαγκαράδα ναι μεν ανήκε αρχικά στον Ισά πιν Εβρενός βέην, αφιερώθηκε όμως απ’ αυτόν προ του 1614 σε ευαγές καθίδρυμα.

Το γεγονός όμως τούτο, του να είναι δηλαδή το χωριό βακούφι κι όχι χάσι, δεν είχε όπως φαίνεται ,στις αρχές τουλάχιστο , ευεργετικές γι’ αυτό επιπτώσεις μια κι όπως ξέρουμε στα βακούφια συνήθως κι εν αντιθέσει με τα χάσια η τουρκική τυραννία ήταν λιγότερο ωμή και η φορολογία ελαφρότερη. Και τούτο διαπιστώνεται απ’ το Χάττι – Χουμαγιούν Αμπτούλ Χαμήτ του Ά ,που εκδόθηκε το 1781 ύστερα από α ρ τ ζ ο υ χ ά λ ι ο ν , ικετική δηλαδή αναφορά των χωρικών της Τσαγκαράδας . Στο φερμάνι Μουσταφά του ΄Γ ,έτους 1762 , που εντάσσεται στο παραπάνω περιλαμβάνονται, όπως μας πληροφορεί ο κ. Πανταζόπουλος, διατάξεις που αφορούν 28 χωριά – βακούφια του Πηλίου με τις οποίες και ρυθμίζεται το θέμα των νομίμων «δοσιμάτων» (φόρων τούτων των χωριών, τα οποία και απαλλάσσονται , με προνομιακούς ορισμούς , άλλων εκτάκτων η αυθαίρετων «βασιλικών δοσιμάτων». Τα μόνα βασιλικά δοσίματα (χώρια βέβαια απ’ τον κεφαλικό και τους άλλους δημόσιους φόρους )τούτων των χωριών είναι η μισθοδοσία των εκπροσώπων των βακουφιών τούρκων αξιωματούχων (βοεβόδων και ζαμπιτών) καθώς και η συμβολική πληρωμή ενός μαύρου α σ τ α ρ ί ο υ.

Κι ενώ η διοικητικώς και φορολογικώς η Τσαγκαράδα εξαρτιόταν απ’ το κέντρο , δικαστικώς υπαγόταν μαζί με άλλα 19 χωριά, όπως απ’το φερμάνι του 1762 διαπιστώνεται ,στην δικαιοδοσία του δικαστή της Λαμίας (Ιζντίν) και αργότερα, όπως απ’το φερμάνι του 1781 ορίζεται, στον καδή του Βόλου.

Ο λόγος της μεταβολής μέσα σε μια εικοσαετία της δικαστικής εξαρτήσεως του χωριού από δύο δικαστικές περιοχές , προκύπτει απ’ αυτό τούτο το δεύτερο έγγραφο. Οι πασάδες των Τρικάλων και του Ευρίπου (Χαλκίδος) στους οποίους ,όπως υποθέτει ο κ. Πανταζόπουλος «υπήγετο προηγουμένως η Τσαγκαράδα, «επί παντίαις προφάσεσι» κατεπίεζον τους ραγιάδες , αποστέλλοντας ανθρώπους των οίτινες τρώγουν και πίνουν και κάμνουσι και συκοφαντίας και τους γατζώνουσι (συλλαμβάνουν) και τους βάλλουσι εις τα σίδηρα και τους περνούσι νιζκιρασί και φερμάν αχτζεσί (φόρον αναγνώσεως του φερμανίου) και μπαϊράκ αχτζεσί (φόρον σημαίας) και δεν παύονται από του να τους πέρνωσι τζερεμέν (πρόστιμον) αδόκως και αναιτίως και να γίνονται αίτιοι να αφανίζονται και γίνονται περουσάνηδες (φυγάδες ,άθλιοι) οι πτωχοί ραγιάδες».

Η υπαγωγή λοιπόν του χωριού κάτω από δικαστική δικαιοδοσία διαφορετική της δικαστικής , επιδιώχτηκε κι έγινε εφικτή από λόγους προνοίας και αποφυγής καταπιέσεων και αυθαιρεσιών από μέρους των ίδιων αξιωματούχων Τούρκων.

Απ’ όλα τα παραπάνω διαφαίνεται πως οι προνομιακές διευκολύνσεις που περιλαμβάνονταν στα αυτοκρατορικά παραχωρητήρια και που αρχικά μετέβαλαν σε ευνομούμενη την Τσαγκαράδα και τα άλλα βακούφικα χωριά, άρχισαν να καταστρατηγούνται αργότερα απ’ την αχαλίνωτη αυθαιρεσία των Τούρκων, γεγονός που αν και προκάλεσε νέες εγγραφές και προστατευτικές αποφάσεις του σουλτάνου, σε πολλές ωστόσο περιπτώσεις χωριών, εξομοίωσε το ελευθεριώτερο των βακουφικών χωριών καθεστώς με το βαρύ εκείνο των Χασίων .

Ας δούμε όμως τώρα ποιες ήταν οι παραγωγικές συνθήκες του μεγάλου αυτού χωριού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας .Σχετικά ο Αργύρης Μητρόπουλος, μαθητής του Δημητριάδη, γράφει : «Εις παλαιοτέραν εποχήν οι κάτοικοι επεδίδοντο εις την διατροφήν του μεταξωσκόληκος και επειδή η Τσαγκαράδα ήτο κατ’ εξοχήν τόπος παραγωγής μετάξης της οποίας το ποσόν ανήρχετο εις 4 έως 5 χιλιάδες οκάδας ξηρών κουκουλιών και το κέντρο των άλλων χωρίων, οι πλείστοι των κατοίκων της εξήσκουν το εμπόριον τούτων τα οποία εξήγον εις Βόλον είτε εις την Ευρώπην απ’ευθείας. Εκ παραλλήλου όμως προς τούτους και οι σηροτρόφοι εξήγον μόνοι των την μέταξαν από τα κουκούλια με τα κοινώς λεγόμενα μαγγάνια , την οποία άλλοτε επώλουν και άλλοτε εχρησιμοποίουν οι ίδιοι, υφαίνοντας μεταξωτά υφάσματα και ιδίως υποκάμισα, τα οποία ωνόμαζον μ π ο υ ρ ε τ ζ ΄ι κ ι α και εφόρουν οι νεόνυμφοι και αι γυναίκες των πλουσιωτέρων, εξαγωγήν όμως τούτων δεν έκαμνον. Ου μόνον δε εκ της μετάξης κατεσκεύαζον υφάσματα, αλλά και εκ του ερίου των προβάτων ονομάζοντες ταύτα σ κ ο υ τ ι ά .Με τα σκουτιά ταύτα έκαμνον φανέλας και διάφορα άλλα μάλλινα εσωτερικά ενδύματα.; Όταν δεν ήθελον να κατασκευάσουν εξωτερικά ενδύματα τότε τα σκουτιά τα έρριπτον εις τα λεγόμενα ν τ ρ ι σ τ έ λ λ α ς ή ν τ ο υ λ ά π ι α , ήτοι εντός κάδων κωνικών βαθέων, ένθα έπιπτεν ύδωρ εκ μικράς άνωθεν όπης με ορμήν μεγάλην, ως εις τους υδρομύλους, και ούτω περιστρεφόμενα και τυπτόμενα απέβαινον χονδρότερα και μάλλον χνουδωτά. Ήσαν δε μεγάλης αντοχής και εφόρουν ταύτα κυρίως τον χειμώνα. Και πρατήριον της τοιαύτης βιομηχανίας είχεν ιδρυθεί εις την Τσαγκαράδαν παρά τινος ισραηλίτου , το οποίον από πολλού μετέφερεν εις Βόλον με την επιγραφήν μάλιστα της Τσαγκαράδας».

Πολύ λιγότερα στοιχεία από τα παραπάνω που αποθησαύρισε ο Μητρόπουλος μελετώντας τις τοπικές παραδόσεις , μας παρέχουν οι Δημητριείς (Δανιήλ Φιλιππίδης – Γρηγόριος Κωνσταντάς), που όπως φαίνεται απ’την σύντομη περιγραφή που επιχειρούν στην «Νεωτερική Γεωγραφία» δεν επισκέφτηκαν το χωριό.

Περισσότερο λεπτομερειακός ο Αργύρης Φιλιππίδης σημειώνει μεταξύ των άλλων πως «. . . Οι Τσαγκαραδιώτες είναι και αυτοί άνθρωποι με πιόμα (του ποτού). Της πρώτης τάξεως ζουν με τα υποστατικά των και αλιβερίσι τους, της δε δευτέρας είναι κεπετζήδες (κατασκευαστές σκουτιών) και πηγαίνουν, τον καθ’ έκαστον εις βασιλεύουσαν, εις τα νησιά και εις τα μπουγάζια, έχουν εκεί τα εργαστήρια τους και δουλεύουν το πράγμα τους και το πωλούν το χειμώνα .Της δε τρίτης είναι ρετζιπέρηδες (αγωγιάτες), κουβαλούν σιτάρι απ’ έξω και με τα αγώγια ζουν και δουλεύουν και τα μούλκια τους (χωράφια). Εις Τσαγκαράδαν οι γυναίκες δουλεύουν όλο το χρόνο ωσάν σκλάβες, αυταίς κάμνουν τα σκουτιά όπου πραγματεύονται, αυτά τα (σκουτιά) είναι η πρώτη τους πραγμάτεια, αυτό είναι το ντεποζιόν τους όπου ζουν. Κάμνουν και μετάξι αρκετό, κορόμηλα και μήλα περισσά και κάθε είδος πωρικών, μερικοί κάμνουν και λάδι ,κάστανα όμως πολλά ,επειδή και όλη η χώρα τους είναι μεγάλη από καστανιές κι απ’ έξω έχει ορμάνια καστανιών».

Απ’ όλα τα παραπάνω διαπιστώνουμε πως στα τέλη του 18ου αιώνα η Τσαγκαράδα είχε υπολογίσιμη βιοτεχνία. Ωστόσο όμως κι αυτή την εποχή και πολύ περισσότερο παλιότερα , ο πολύς κόσμος δυστυχούσε, εξαιτίας και του κακού συστήματος της αγροτικής οικονομίας και τη γενικότερη κατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά κυρίως εξ’αιτίας των συνθηκών απομονώσεως της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς .Τα λιγοστά προϊόντα , όσα περίσσευαν στις καλοχρονιές ,δεν ήταν εύκολο να φτάσουν στους τόπους της καταναλώσεως λόγω της μεγάλης αποστάσεως απ’το κάστρο του Γόλου και της κακής καταστάσεως του δρόμου που οδηγούσε σ’ αυτό πάνω απ’ το βουνό.

Μεγάλο λοιπόν ήταν το ποσοστό της φτωχολογιάς κι ο τόπος , εξαιτίας των συνθηκών τούτων, δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό που όλο και πύκνωνε. Γι αυτό και οι τσαγκαραδιώτες, όπως κι όλοι οι κάτοικοι του ανατολικού Πηλίου ,είχαν αρχίσει απ’ τα μέσα του 17ου αιώνα να ξενιτεύονται στις πόλεις της Ανατολής, την Πόλη κυριότερα ,την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια.

Εδώ ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε, σα μια από τις αιτίες της κακοδαιμονίας που τα χρόνια αυτά μάστιζε το χωριό και τη χρόνια κακοδιοίκηση. Γνωστός ζαγοριανός ιστορικός γράφει: «Φαίνεται πως πολλές φορές οι προύχοντες έκλεβαν τα εισοδήματα της Κοινότητος κι έτσι το κοινοτικό ταμείο δεν είχε να πληρώσει τους φόρους στο τουριστικό δημόσιο». Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται κι από κάποιο συμφωνητικό που υπόγραψαν οι τσαγκαραδιώτες προύχοντες το 1765. Απ’ ότι λοιπόν περιλαμβάνει τούτο το συμφωνητικό, οι τσαγκαραδιώτες , αναγκάστηκαν τούτο το χρόνο να πουλήσουν ανάλογα με την επιβάρυνση του καθενός, κάτι απ’ τα κινητά κι ακίνητα τους για να πληρώσουν οι κοτζαμπάσηδες τους όσα σε φόρους χρωστούσε στους τούρκους το χωριό. Το χαρακτηριστικό τούτο συμφωνητικό περιλαμβάνει κατά λέξη τα παρακάτω:

«Δια του παρόντος συμφωνητικού γράμματος ,συμφωνήσαμε οι κάτωθεν εγγεγραμμένοι μικροί και μεγάλοι ραγιάδες όλη με κοινήν γνώμην δια να ξεμπακήσουν το ήμηρη μάλη τον της χώρας (=διά να πληρώσουν τους φόρους του χωριού ) όσα χρεωθεί ο κάθε ένας και έχομεν να πωλήσωμεν σπίτια, απέλια, χαλκόματα, ρουχικά, ασημικά, κινητά και ακίνητα, και να είναι καλά πουλημένα και όστις κινηθεί εξωτερικώς και κατατρέξει κανένα απ’ αυτούς που πουλούν και αγοράζουν να έχει ν' αποκρίνεται ο γέροντας (=κοινοτάρχης) της εβρισκόμενης χρονιάς με έξοδα της χώρας και να πηδέβετε ο ταβατζής και όσα έξοδα τρέξουν να τα πληρώσει αυτός όπου και τάβα (=καυγά) και όπηος άλος του καυγατά (;) περδεύετε εις τέτηα σερετλήκια να είναι εις το άνωθεν σημείω (=υπεύθυνος)όπου βάλαμεν όλη με κινήν γνώμην νάηνε και αντίδικος του αγίου Εβαγγελίου όθεν έγινε το παρόν και όπηος δεν μαρτυρήση εις αυτήν την πούλησιν και αγοράν να είναι και αυτός εις τον αφορισμόν και επειδή δεν έχομεν χοντζέκια (=συμβόλαια ιδιοκτησίας) να έχουν κύρος τα γράμματα της χώρας , τα πουλημένα και αγοράσματα όλα της χώρας όθεν το παρόν εις ενθύμισιν, έτος 1765» (ακολουθούν 38 υπογραφές κατοίκων).

Κατά την ίδια εξ’ άλλου εποχή η Τσαγκαράδα φαίνεται πως είχε φασαρίες και με τις γύρω κοινότητες εξ’αιτίας του γεγονότος ότι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών καταπατούσαν τον τσαγκαραδιώτικο τόπο .Χαρακτηριστικά τεκμήρια στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας αφορισμός του Πατριαρχείου (1802) κατά των μουρεσιωτών (μοιρεσιωτών) και των μηλιωτών ,που βρίσκεται στο αρχείο της κοινότητος του χωριού, κι ένα συμφωνητικό που καθορίζει τα σύνορα της κοινότητας και της κοινότητας του Αγίου Γεωργίου και που βρίσκεται στο αρχείο της τελευταίας.

Τα χρόνια όμως περνούν και η οικονομική κατάσταση του χωριού όλο και χειροτερεύει.

Ο Μάγνης που επισκέφτηκε την Τσαγκαράδα γύρω στα 1850, γράφει μεταξύ των άλλων πως «. . . τα προϊόντα του τόπου είναι πρώτον και έσχατον το μετάξιον, έλαιον και οίνος ολίγον και ούδε δια την χρειάν των κατοίκων ικανόν. Διά τούτο οι μεν άνδρες και ανήλικοι παίδες ξενητεύονται διά να ράψωσι κάπας, τα σκουτιά , τα οποία παρασκευάζουσι αι γυναίκες των, μένουσαι εις τον τόπον ασκούμεναι, και άλλα μάλιστα υφάσματα επικερδή ως φανέλας , περιπόδια και περικνημίδας».

Για τον ξενητεμό των κατοίκων του χωριού γράφει εξ’άλλου κι άλλος τσαγκαραδιώτης , ο Ν. Ρηματισίδης , που στη σύντομη περιγραφή του χωριού ,παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι οι «κάτοικοι της κωμοπόλεως ταύτης είναι ζωηροί, εύρωστοι, ως εκ του κλίματος ,του καθαρού αέρος και των διαυγών και ψυχρών υδάτων, ευφυείς ευπροσήγοροι, ταξιδεύοντες εις την αλλοδαπήν , ένθα ευδοκιμούσιν τα μάλιστα εις το εμπόριον και εις πολλάς άλλα βιομηχανικάς επιτηδεύσεις . . .».

Στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν η τεράστια ανάπτυξη της ξένης βιομηχανίας μάλλινων κυρίως υφασμάτων ,έδωσε την χαριστική βολή στην πηλιορείτικη βιοτεχνία των σκουτιών κι όταν το βιομηχανικό μετάξι επιβλήθηκε στις ξένες αγορές εις βάρος του ζωικού πηλιορείτικου μεταξιού, που ήταν όλα τούτα τα χρόνια «το πρώτον και έσχατον» προϊόν των χωριών του ανατολικού Πηλίου όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μάγνης, η Τσαγκαράδα παίρνει πια για καλά την κάτω βόλτα κι οι κάτοικοι της ομαδικά τούτη τη φορά το δρόμο του ξενιτεμού. Αρχίζει λοιπόν έτσι μια νέα σελίδα στην ιστορία του χωριού ,μια σελίδα που έγραψαν με ιδρώτα και καπατσοσύνη τα απόδημα τέκνα της Τσαγκαράδας, που, «άνθρωπο με πνεύμα» όπως γράφουν γι’αυτούς στα 1791 οι Δημητριείς, προκόβουν πολύ στην ξενιτιά- στην Αίγυπτο κατά κύριο λόγο – και βοηθούν όσο λίγοι πηλιορείτες με γενναίες δωρεές και κληροδοτήματα την αγαπημένη τους μικρή και φτωχή πατρίδα.

Είναι η νέα λαμπρή εποχή της Τσαγκαράδας που δημιουργείται απ’ τη γενιά των ευεργετών της οι οποίοι μεγαλουργώντας στην ξένη δεν παύουν να θυμούνται και τη γενέτειρά τους που στολίζεται έτσι με θαυμάσια έργα κοινής ωφελείας (σχολεία, εκκλησίες, καλντερωμένους δρόμους, υδραγωγεία ) και μ’ εξαίρετα οικοδομήματα που φέρνουν έκτυπη τη σφραγίδα της αρχοντιάς και του δημιουργικού οίστρου του απόδημου τσαγκαραδιώτικου στοιχείου. Είναι η εποχή που ο Νανόπουλος χτίζει (1863) τη Σχολή Τσαγκαράδας στη συνοικία Αγίας Παρασκευής, κατασκευάζει το υδραγωγείο των Αγίων Ταξιαρχών και δίνει 1,000 λίρες για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Τσαγκαράδας – Μηλεών. Τον ίδιο περίπου καιρό οι αδελφοί Αχιλλά (οι Αχιλλόπουλοι), ευεργέτες και του αιγυπτιωτή ελληνισμού ,χτίζουν και συντηρούν την Εμπορική Σχολή και με γενναίο κληροδότημα μεριμνούν για την και μετά το θάνατο τους άψογη λειτουργία της. Ακόμα ο Ν. Στακός ανακαινίζει στην ίδια περίοδο την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, δίνει μεγάλα ποσά για το δρόμο Μηλεών – Τσαγκαράδας και κληροδοτεί στην κοινότητα ένα μεγάλο ποσόν, αυτό που και με τη συμβολή του Ε .Ο. Τ . δίνει στις μέρες μας στην Τσαγκαράδα το λαμπρό τουριστικό της ξενοδοχείο. Οι Καρταλαίοι εξ ’άλλου , με πρώτον τον Ιωάννη Καρτάλη (1842 – 1907) προσφέρουν τεράστιες υπηρεσίες στον αγώνα για τη λευτεριά της σκλάβας Θεσσαλίας και χτίζουν τη δημοτική Σχολή των Αγίων Ταξιαρχών , ενώ κι άλλοι πολλοί – αποτελούν στρατιά οι ευεργέτες του πανώριου χωριού – συμβάλλουν μ’ όλες τους τις δυνάμεις στο να καταστεί η Τσαγκαράδα περί τα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές του σημερινού , το ομορφότερο αρχοντοχώρι της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς.

Την ίδια εξ’ άλλου περίοδο, λαμπροί πνευματικοί εκπρόσωποι του γραμμένου χωριού , με πρώτον το διάσημο βυζαντινολόγο Σοφοκλή Ευαγγελινό Τριανταφυλλίδη, γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία με το όνομα SOPHOCLES , τιμούν και προβάλλουν στο πανελλήνιο με την έξοχη πνευματική προσφορά τους , το όνομα της πανέμορφης μικρής τους πατρίδας.

Σαν φυσικό επακόλουθο όλων των παραπάνω έρχεται το γεγονός ν’ αποτελεί η Τσαγκαράδα στα τέλη του 19ου αιώνα ένα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα χωριά ολόκληρου του Πηλίου.

Ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, περιγράφοντας στα 1887 στο ημερολόγιο του «η Φήμη» την τότε κατάσταση του χωριού, αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι οι κάτοικοι του , σύμφωνα με την απογραφή που έγινε μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας , ανέρχονταν σε 1739, υπολογίζει σε 500 τα χωρισμένα σε τέσσερις μαχαλάδες σπίτια του χωριού , παρέχει πληροφορίες και για τις εκκλησίες του, που σπουδαιότερες ήταν τότε η καινούργια Αγία Παρασκευή (η παλιά χτίστηκε στα 1719), ο Άγιος Γεώργιος, η Αγία Κυριακή και οι Άγιοι Ταξιάρχες. Παρατηρεί ακόμα ότι κατά το έτος εκείνο (1887) το ελληνικό σχολείο το διατηρούμενο «από των κληροδοτημάτων των φιλόμουσων και φιλοπάτριδων αδελφών Αχιλλά» είχε πενηνταδύο μαθητές , ενώ τα τρία δημοτικά είχαν εκατόν ογδόντα επτά μαθητές, και τα δύο παρθεναγωγεία εκατόν δεκατρείς μαθήτριες.

Στα ίδια αυτά χρόνια , οι μικρότερες συνοικίες Άγιος Γεώργιος, Σφετσέϊκα, Μωραϊτέικα, Ρεματισέϊκα , Γιουμπρούκι και Τζαβελέϊκα , που στα χρόνια της τουρκοκρατίας αναγνώριζαν σαν έδρα τους την Αγία Παρασκευή (όπου και η έδρα του τούρκου Αγά που έμενε στο και σήμερα ονομαζόμενο «μπεϊλίκι») προσαρτήθηκαν στις τρεις μεγαλύτερες συνοικίες κι ενορίες Αγίας Παρασκευής , Αγίων Ταξιαρχών και Αγίας Κυριακής κι αποτελέσανε τη κοινότητα Τσαγκαράδας που ήταν πρωτεύουσα του Δήμου Μουρεσίου ως το 1912, Δήμου που περιλάβαινε και τα γύρω χωριά Λαμπνού, Ξορίχτι και Μούρεσι.

Στα χρόνια που ακουλούθησαν μετά την πρώτη διάλυση των Δήμων (1912) και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το χωριό αρχίζει και πάλι να φθίνει κι η παρακμή του τούτη συνεχίζεται και σήμερα παρά την τουριστική στις μέρες μας εξέλιξη του. Και τούτο όχι τόσο γιατί το μεταλλείο χρυσού , που βρέθηκε όπως αναφέρει ο Μάγνης στο μέσον των συνοικιών ,έπαψε πια ν’αποδίνει (είναι γνωστό πως ποτέ δεν απέδωσε τίποτα) αλλά γιατί στο μεταξύ στέρεψε το αληθινό. . . χρυσωρυχείο που ανακάλυψαν οι τσαγκαραδιώτες όχι στο χωριό τους αλλά στη χώρα του Νείλου