Ιστορία Τσαγκαράδας

Χρήσιμα τηλέφωνα: Δήμος Ζαγοράς-Μουρεσίου 2426 0 22520 Αστυνομία Ζαγοράς 2426 0 22529 Δημοτική Βιβλιοθήκη Ζαγοράς 2426 0 22591

Ας δούμε όμως τώρα ποιες ήταν οι παραγωγικές συνθήκες του μεγάλου αυτού χωριού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας .Σχετικά ο Αργύρης Μητρόπουλος, μαθητής του Δημητριάδη, γράφει : «Εις παλαιοτέραν εποχήν οι κάτοικοι επεδίδοντο εις την διατροφήν του μεταξωσκόληκος και επειδή η Τσαγκαράδα ήτο κατ’ εξοχήν τόπος παραγωγής μετάξης της οποίας το ποσόν ανήρχετο εις 4 έως 5 χιλιάδες οκάδας ξηρών κουκουλιών και το κέντρο των άλλων χωρίων, οι πλείστοι των κατοίκων της εξήσκουν το εμπόριον τούτων τα οποία εξήγον εις Βόλον είτε εις την Ευρώπην απ’ευθείας. Εκ παραλλήλου όμως προς τούτους και οι σηροτρόφοι εξήγον μόνοι των την μέταξαν από τα κουκούλια με τα κοινώς λεγόμενα μαγγάνια , την οποία άλλοτε επώλουν και άλλοτε εχρησιμοποίουν οι ίδιοι, υφαίνοντας μεταξωτά υφάσματα και ιδίως υποκάμισα, τα οποία ωνόμαζον μ π ο υ ρ ε τ ζ ΄ι κ ι α και εφόρουν οι νεόνυμφοι και αι γυναίκες των πλουσιωτέρων, εξαγωγήν όμως τούτων δεν έκαμνον. Ου μόνον δε εκ της μετάξης κατεσκεύαζον υφάσματα, αλλά και εκ του ερίου των προβάτων ονομάζοντες ταύτα σ κ ο υ τ ι ά .Με τα σκουτιά ταύτα έκαμνον φανέλας και διάφορα άλλα μάλλινα εσωτερικά ενδύματα.; Όταν δεν ήθελον να κατασκευάσουν εξωτερικά ενδύματα τότε τα σκουτιά τα έρριπτον εις τα λεγόμενα ν τ ρ ι σ τ έ λ λ α ς ή ν τ ο υ λ ά π ι α , ήτοι εντός κάδων κωνικών βαθέων, ένθα έπιπτεν ύδωρ εκ μικράς άνωθεν όπης με ορμήν μεγάλην, ως εις τους υδρομύλους, και ούτω περιστρεφόμενα και τυπτόμενα απέβαινον χονδρότερα και μάλλον χνουδωτά. Ήσαν δε μεγάλης αντοχής και εφόρουν ταύτα κυρίως τον χειμώνα. Και πρατήριον της τοιαύτης βιομηχανίας είχεν ιδρυθεί εις την Τσαγκαράδαν παρά τινος ισραηλίτου , το οποίον από πολλού μετέφερεν εις Βόλον με την επιγραφήν μάλιστα της Τσαγκαράδας».

Πολύ λιγότερα στοιχεία από τα παραπάνω που αποθησαύρισε ο Μητρόπουλος μελετώντας τις τοπικές παραδόσεις , μας παρέχουν οι Δημητριείς (Δανιήλ Φιλιππίδης – Γρηγόριος Κωνσταντάς), που όπως φαίνεται απ’την σύντομη περιγραφή που επιχειρούν στην «Νεωτερική Γεωγραφία» δεν επισκέφτηκαν το χωριό.

Περισσότερο λεπτομερειακός ο Αργύρης Φιλιππίδης σημειώνει μεταξύ των άλλων πως «. . . Οι Τσαγκαραδιώτες είναι και αυτοί άνθρωποι με πιόμα (του ποτού). Της πρώτης τάξεως ζουν με τα υποστατικά των και αλιβερίσι τους, της δε δευτέρας είναι κεπετζήδες (κατασκευαστές σκουτιών) και πηγαίνουν, τον καθ’ έκαστον εις βασιλεύουσαν, εις τα νησιά και εις τα μπουγάζια, έχουν εκεί τα εργαστήρια τους και δουλεύουν το πράγμα τους και το πωλούν το χειμώνα .Της δε τρίτης είναι ρετζιπέρηδες (αγωγιάτες), κουβαλούν σιτάρι απ’ έξω και με τα αγώγια ζουν και δουλεύουν και τα μούλκια τους (χωράφια). Εις Τσαγκαράδαν οι γυναίκες δουλεύουν όλο το χρόνο ωσάν σκλάβες, αυταίς κάμνουν τα σκουτιά όπου πραγματεύονται, αυτά τα (σκουτιά) είναι η πρώτη τους πραγμάτεια, αυτό είναι το ντεποζιόν τους όπου ζουν. Κάμνουν και μετάξι αρκετό, κορόμηλα και μήλα περισσά και κάθε είδος πωρικών, μερικοί κάμνουν και λάδι ,κάστανα όμως πολλά ,επειδή και όλη η χώρα τους είναι μεγάλη από καστανιές κι απ’ έξω έχει ορμάνια καστανιών».

Απ’ όλα τα παραπάνω διαπιστώνουμε πως στα τέλη του 18ου αιώνα η Τσαγκαράδα είχε υπολογίσιμη βιοτεχνία. Ωστόσο όμως κι αυτή την εποχή και πολύ περισσότερο παλιότερα , ο πολύς κόσμος δυστυχούσε, εξαιτίας και του κακού συστήματος της αγροτικής οικονομίας και τη γενικότερη κατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά κυρίως εξ’αιτίας των συνθηκών απομονώσεως της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς .Τα λιγοστά προϊόντα , όσα περίσσευαν στις καλοχρονιές ,δεν ήταν εύκολο να φτάσουν στους τόπους της καταναλώσεως λόγω της μεγάλης αποστάσεως απ’το κάστρο του Γόλου και της κακής καταστάσεως του δρόμου που οδηγούσε σ’ αυτό πάνω απ’ το βουνό.

Μεγάλο λοιπόν ήταν το ποσοστό της φτωχολογιάς κι ο τόπος , εξαιτίας των συνθηκών τούτων, δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό που όλο και πύκνωνε. Γι αυτό και οι τσαγκαραδιώτες, όπως κι όλοι οι κάτοικοι του ανατολικού Πηλίου ,είχαν αρχίσει απ’ τα μέσα του 17ου αιώνα να ξενιτεύονται στις πόλεις της Ανατολής, την Πόλη κυριότερα ,την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια.

Εδώ ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε, σα μια από τις αιτίες της κακοδαιμονίας που τα χρόνια αυτά μάστιζε το χωριό και τη χρόνια κακοδιοίκηση. Γνωστός ζαγοριανός ιστορικός γράφει: «Φαίνεται πως πολλές φορές οι προύχοντες έκλεβαν τα εισοδήματα της Κοινότητος κι έτσι το κοινοτικό ταμείο δεν είχε να πληρώσει τους φόρους στο τουριστικό δημόσιο». Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται κι από κάποιο συμφωνητικό που υπόγραψαν οι τσαγκαραδιώτες προύχοντες το 1765. Απ’ ότι λοιπόν περιλαμβάνει τούτο το συμφωνητικό, οι τσαγκαραδιώτες , αναγκάστηκαν τούτο το χρόνο να πουλήσουν ανάλογα με την επιβάρυνση του καθενός, κάτι απ’ τα κινητά κι ακίνητα τους για να πληρώσουν οι κοτζαμπάσηδες τους όσα σε φόρους χρωστούσε στους τούρκους το χωριό. Το χαρακτηριστικό τούτο συμφωνητικό περιλαμβάνει κατά λέξη τα παρακάτω:

«Δια του παρόντος συμφωνητικού γράμματος ,συμφωνήσαμε οι κάτωθεν εγγεγραμμένοι μικροί και μεγάλοι ραγιάδες όλη με κοινήν γνώμην δια να ξεμπακήσουν το ήμηρη μάλη τον της χώρας (=διά να πληρώσουν τους φόρους του χωριού ) όσα χρεωθεί ο κάθε ένας και έχομεν να πωλήσωμεν σπίτια, απέλια, χαλκόματα, ρουχικά, ασημικά, κινητά και ακίνητα, και να είναι καλά πουλημένα και όστις κινηθεί εξωτερικώς και κατατρέξει κανένα απ’ αυτούς που πουλούν και αγοράζουν να έχει ν' αποκρίνεται ο γέροντας (=κοινοτάρχης) της εβρισκόμενης χρονιάς με έξοδα της χώρας και να πηδέβετε ο ταβατζής και όσα έξοδα τρέξουν να τα πληρώσει αυτός όπου και τάβα (=καυγά) και όπηος άλος του καυγατά (;) περδεύετε εις τέτηα σερετλήκια να είναι εις το άνωθεν σημείω (=υπεύθυνος)όπου βάλαμεν όλη με κινήν γνώμην νάηνε και αντίδικος του αγίου Εβαγγελίου όθεν έγινε το παρόν και όπηος δεν μαρτυρήση εις αυτήν την πούλησιν και αγοράν να είναι και αυτός εις τον αφορισμόν και επειδή δεν έχομεν χοντζέκια (=συμβόλαια ιδιοκτησίας) να έχουν κύρος τα γράμματα της χώρας , τα πουλημένα και αγοράσματα όλα της χώρας όθεν το παρόν εις ενθύμισιν, έτος 1765» (ακολουθούν 38 υπογραφές κατοίκων).

Κατά την ίδια εξ’ άλλου εποχή η Τσαγκαράδα φαίνεται πως είχε φασαρίες και με τις γύρω κοινότητες εξ’αιτίας του γεγονότος ότι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών καταπατούσαν τον τσαγκαραδιώτικο τόπο .Χαρακτηριστικά τεκμήρια στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας αφορισμός του Πατριαρχείου (1802) κατά των μουρεσιωτών (μοιρεσιωτών) και των μηλιωτών ,που βρίσκεται στο αρχείο της κοινότητος του χωριού, κι ένα συμφωνητικό που καθορίζει τα σύνορα της κοινότητας και της κοινότητας του Αγίου Γεωργίου και που βρίσκεται στο αρχείο της τελευταίας.

Τα χρόνια όμως περνούν και η οικονομική κατάσταση του χωριού όλο και χειροτερεύει.

Ο Μάγνης που επισκέφτηκε την Τσαγκαράδα γύρω στα 1850, γράφει μεταξύ των άλλων πως «. . . τα προϊόντα του τόπου είναι πρώτον και έσχατον το μετάξιον, έλαιον και οίνος ολίγον και ούδε δια την χρειάν των κατοίκων ικανόν. Διά τούτο οι μεν άνδρες και ανήλικοι παίδες ξενητεύονται διά να ράψωσι κάπας, τα σκουτιά , τα οποία παρασκευάζουσι αι γυναίκες των, μένουσαι εις τον τόπον ασκούμεναι, και άλλα μάλιστα υφάσματα επικερδή ως φανέλας , περιπόδια και περικνημίδας».

Για τον ξενητεμό των κατοίκων του χωριού γράφει εξ’άλλου κι άλλος τσαγκαραδιώτης , ο Ν. Ρηματισίδης , που στη σύντομη περιγραφή του χωριού ,παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι οι «κάτοικοι της κωμοπόλεως ταύτης είναι ζωηροί, εύρωστοι, ως εκ του κλίματος ,του καθαρού αέρος και των διαυγών και ψυχρών υδάτων, ευφυείς ευπροσήγοροι, ταξιδεύοντες εις την αλλοδαπήν , ένθα ευδοκιμούσιν τα μάλιστα εις το εμπόριον και εις πολλάς άλλα βιομηχανικάς επιτηδεύσεις . . .».

Στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν η τεράστια ανάπτυξη της ξένης βιομηχανίας μάλλινων κυρίως υφασμάτων ,έδωσε την χαριστική βολή στην πηλιορείτικη βιοτεχνία των σκουτιών κι όταν το βιομηχανικό μετάξι επιβλήθηκε στις ξένες αγορές εις βάρος του ζωικού πηλιορείτικου μεταξιού, που ήταν όλα τούτα τα χρόνια «το πρώτον και έσχατον» προϊόν των χωριών του ανατολικού Πηλίου όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μάγνης, η Τσαγκαράδα παίρνει πια για καλά την κάτω βόλτα κι οι κάτοικοι της ομαδικά τούτη τη φορά το δρόμο του ξενιτεμού. Αρχίζει λοιπόν έτσι μια νέα σελίδα στην ιστορία του χωριού ,μια σελίδα που έγραψαν με ιδρώτα και καπατσοσύνη τα απόδημα τέκνα της Τσαγκαράδας, που, «άνθρωπο με πνεύμα» όπως γράφουν γι’αυτούς στα 1791 οι Δημητριείς, προκόβουν πολύ στην ξενιτιά- στην Αίγυπτο κατά κύριο λόγο – και βοηθούν όσο λίγοι πηλιορείτες με γενναίες δωρεές και κληροδοτήματα την αγαπημένη τους μικρή και φτωχή πατρίδα.